Η ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Η ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

 

Η γνώση της μητρικής γλώσσας είναι ένα απαραίτητο στοιχείο της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου, αφού δίνει πρόσβαση σε ένα πολιτισμό και ένα σύνολο αξιών που θα τον συνοδεύουν σε όλη του την ζωή.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Με το Νομοθετικό Διάταγμα 695/1970 «Περί εκπαιδεύσεως ελληνοπαίδων εξωτερικού» δημιουργήθηκε το πρώτο νομοθετικό πλαίσιο για την ελληνόγλωσση παιδεία στο εξωτερικό, όπου κυρίαρχο στόχο αποτέλεσε η εθνική συνείδηση και εθνοπολιτιστική ταυτότητα των Ελλήνων μαθητών. Τον Ιούνιο του 1996 εκδόθηκε από την ελληνική κυβέρνηση ο Νόμος 2413 με τίτλο «Η ελληνική παιδεία στο εξωτερικό, η διαπολιτισμική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις» όπου γίνεται για πρώτη φορά άνοιγμα στο να αποτελέσει η εκπαιδευτική πολιτική του ελληνικού κράτους για την ομογένεια, αναπόσπαστο μέρος μιας διαπολιτισμικής εθνικής στρατηγικής.

Το μοντέλο της εκπαίδευσης μετατρέπεται από Ελλαδοκεντρικό σε Ελληνοκεντρικό λαμβάνοντας υπόψη τις διαπολιτισμικές συνθήκες κοινωνικοποίησης του παιδιού.

Σήμερα στην Ευρώπη, η πολιτική της αφομοίωσης και της πολιτισμικής ομοιομορφίας, την οποία επεδίωκαν οι κυβερνήσεις των χωρών υποδοχής, τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσης, διαφοροποιείται υιοθετώντας μια διαπολιτισμική προσέγγιση στην εκπαίδευση.

Συγχρόνως έχουμε μια πλήρη αλλαγή προσανατολισμού:

Οι Έλληνες, από μετανάστες, γίνονται Ευρωπαίοι πολίτες!

Το μάθημα της μητρικής γλώσσας και του πολιτισμού αποτελεί πλέον αναπόσπαστο και απολύτως απαραίτητο οργανικό μέρος της εθνοπολιτισμικής ταυτότητας των μαθητών στο χώρο που ζουν και μεγαλώνουν.

Το ελληνόπουλο που ζει και μεγαλώνει στο εξωτερικό πρέπει να αποκτήσει μια διπολιτισμική ταυτότητα.

Γίνεται στροφή σε δίγλωσσα εκπαιδευτικά συστήματα που ανταποκρίνονται περισσότερο στις κοινωνικές, γνωστικές και παιδαγωγικές ανάγκες της εκπαίδευσης του απόδημου ελληνισμού.

Προς αυτή την κατεύθυνση στοχεύει άλλωστε και η συνθήκη του Μάαστριχτ σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να δημιουργήσουμε τον νέο άνθρωπο με την δισυπόστατη και αμφίδρομη σχέση: τον Έλληνα-Ευρωπαίο και τον Ευρωπαίο-Έλληνα.

Η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στις χώρες της Ευρώπης χαρακτηρίζεται από χαμηλή αποτελεσματικότητα παρά τα υψηλά χρηματικά ποσά που δαπανώνται από του ΥΠΕΠΘ και τις ανθρώπινες προσπάθειες που καταβάλλονται.

Σκοπός μας είναι να δώσουμε απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα, να απαντήσουμε στα γιατί και να ερευνήσουμε το πως θα αναβαθμίσουμε την ελληνόφωνη εκπαίδευση στην Περιφέρεια μας.

Να εξετάσουμε γιατί είναι σημαντική η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τι τους προσφέρει στα παιδιά μας, αλλά και συγχρόνως να εμβαθύνουμε στην ψυχολογία και τις ανάγκες των βασικών συντελεστών που είναι οι μαθητές, οι εκπαιδευτικοί και οι φορείς του ελληνισμού.

Η συνεργασία και η σύνθεση των προτάσεων θα οδηγήσει σε νέους δρόμους. Σε μια ελληνική παιδεία αξιώσεων.

ΓΙΑΤΙ ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΕΛΛΗΝΙΚΑ?

Οι μελετητές θεωρούν ότι η παραμέληση του μαθήματος της ελληνικής γλώσσας – και κατά συνέπεια της μητρικής γλώσσας των παιδιών – μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην όλη εξέλιξη της προσωπικότητας τους.

Συγκεκριμένα, επειδή οι δύο γλώσσες και πολιτισμοί αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια τους εαυτού και της ταυτότητας των παιδιών, η διακοπή της εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας είναι δυνατόν να έχει δυσμενείς συνέπειες στην εξέλιξη της εγωσύνθεσης τους αναστέλλοντας τις διαδικασίες μάθησης που σχετίζονται με την μητρική γλώσσα και την οικογενειακή βιογραφία.

Το ελληνικό σχολείο, για μας, επιβάλλεται να λειτουργεί σαν θεματοφύλακας διατήρησης και καλλιέργειας της ελληνικής γλώσσας, του πολιτισμού και της σύνδεσης των παιδιών μας με την πατρίδα.

Ο Ελληνισμός βασίζει την μακροβιότητα του στην γλώσσα του, έχοντας την σαν εργαλείο, και την ελληνική σκέψη (σε μια ανθρωποκεντρική και διαχρονική αντίληψη του ανθρώπου), στη μετάδοση από γενιά σε γενιά ενός συγκεκριμένου όγκου πληροφοριών πολιτιστικού περιεχομένου.
Αυτό το ελληνικό “πολιτιστικό λογισμικό”, όπως αποκαλείται από μελετητές, η τεράστια ιστορική και πολιτιστική εμπειρία, του επέτρεψε, παρά τις όποιες ιστορικές του μεταμορφώσεις, να είναι ένας από τους ελάχιστους επιζήσαντες μεγάλους πολιτισμούς.
Ο Ελληνισμός επιβίωσε επί χιλιετίες γιατί δεν έχασε ποτέ την γλώσσα του. Δεν ξέχασε την ιστορία του, τα ήθη και τα έθιμα του. Δεν διαπραγματεύθηκε τις αξίες του.
Για μας, τους Έλληνες της Διασποράς, η διατήρηση της ελληνικότητας των παιδιών μας, μέσα από την γνώση της γλώσσας μας, της ιστορίας μας, των αρχών και των αξιών του ελληνισμού είναι αναγκαιότητα.
Είναι η πολιτιστική μας επιβίωση στις «άλλες» πατρίδες που ζούμε…
Είναι ο μόνος τρόπος για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, χωρίς να πάψουμε να είμαστε Έλληνες…

ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Η ελληνική διασπορά είναι αυτο-οργανωμένη με φορείς σε όλη την Περιφέρεια, δομημένους σε Ομοσπονδίες, Κοινότητες, Εθνικοτοπικούς, Επιστημονικούς και Πολιτιστικούς Συλλόγους, Συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων, Ιδρύματα, Εκκλησιαστικές Κοινότητες, Εφημερίδες και ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Η εμπλοκή και η αγωνία των φορέων του ελληνισμού σε ότι αφορά την ελληνόφωνη εκπαίδευση, είναι μεγάλη!

Θέλουν να καλλιεργήσουν και να διαδώσουν την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό, που οι ίδιοι στερήθηκαν, στις νεότερες γενιές.

Θεωρούμε ότι έτσι θα τονώσουμε την πολιτιστική ταυτότητα των παιδιών μας, την αγάπη τους για την Ελλάδα και τις ελληνικές αξίες.

Αυτός ο υπέρμετρος ζήλος πολλές φορές δημιουργεί, είναι η αλήθεια, προβλήματα προς όλες τις κατευθύνσεις που επιδεινώνονται από την απουσία πλαισίου το οποίο θα καλύπτει με σαφήνεια την μορφή, την λειτουργία, τον ρόλο, τις δικαιοδοσίες και τα όρια παρέμβασης των οργανώσεων μας.

Χρειάζεται, σαφέστατος καθορισμός ρόλων καθηκόντων έτσι ώστε να αναπτυχθούν σχέσεις σεβασμού στον ρόλο του Συντονιστού Εκπαίδευσης, το έργο και τα πρόσωπα των εκπαιδευτικών.

Όμως, πρέπει να ακουστεί ξεκάθαρα ότι, η ελληνική παιδεία, είναι για μάς, η βάση για μια αξιοπρεπή πορεία ολόκληρου του ελληνισμού στο ιστορικό γίγνεσθαι και αποτελεί την ύψιστη μας προτεραιότητα.

ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ

Επικεντρώνοντας στην ψυχολογία του μαθητή παρατηρούμε ότι:

  • Επειδή, η ελληνόγλωσση εκπαίδευση λειτουργεί συμπληρωματικά, το μάθημα της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού εκλαμβάνεται από τους μαθητές ως επιπρόσθετος φόρος σε βάρος του ελεύθερου χρόνου τους και των εξωσχολικών τους δραστηριοτήτων με αποτέλεσμα να διάκεινται αρνητικά απέναντι του.
  • Οι μαθητές θεωρούν ότι η γλώσσα και η κουλτούρα της χώρας προέλευσης δεν συμβάλλουν αποφασιστικά στην κοινωνική και επαγγελματική άνοδο τους στη χώρα διαμονής.
  • Θεωρούν την μητρική γλώσσα σαν «γλώσσα δεύτερης κατηγορίας» και παραμελούν την φοίτηση τους στο ελληνικό σχολείο.

Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που συντελούν στην επιδείνωση της ήδη αρνητικής ψυχολογίας, όπως η χαμηλή υλικοτεχνική υποδομή των σχολείων μας, δηλαδή:

  • Τη στέγαση των σχολείων μας σε κτίρια και αίθουσες, άνευ ιδιαιτέρων αξιώσεων και μάλλον δεύτερης κατηγορίας, σε υποβαθμισμένες πολλές φορές περιοχές, που είτε μας παραχωρούνται είτε μισθώνουμε
  • Τα βιβλία που δεν φτάνουν ποτέ στην αρχή της χρονιάς
  • Την απουσία εποπτικού υλικού
  • Την ανυπαρξία υποδομών (Η.Υ.) για χρήση των νέων τεχνολογιών, των λογισμικών και των προγραμμάτων που χρηματοδοτεί το ΥΠΕΠΘ και αναπτύσσουν τα διάφορα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα της χώρας.

Αλλά και την

  • Ανυπαρξία ουσιαστικών σχέσεων μαθητών-εκπαιδευτικών-γονιών, και τη
  • Μη αποδοχή πολλές φορές των εκπαιδευτικών από τους μαθητές.

Θεωρούμε ότι χρειάζεται επειγόντως νέα προσέγγιση του προβλήματος και προσπάθεια για εύρεση τρόπων που θα κάνουν το μάθημα πιο ελκυστικό ώστε να κινήσει το ενδιαφέρον των παιδιών και να επιθυμούν να φοιτήσουν στα ελληνικά σχολεία.

Χρειάζεται να δούμε πως μπορούμε αναπτύσσοντας και συνδέοντας άλλες δραστηριότητες πολιτιστικού περιεχομένου να κερδίσουμε τα παιδιά.

ΟΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ

Οι Συντονιστές Εκπαίδευσης και οι εκπαιδευτικοί των σχολείων του ελληνισμού αποτελούν τους σημαντικότερους συντελεστές για την επίτευξη των στόχων των αποδήμων. Μόνο, που οι στόχοι αυτοί, παραμένουν άπιαστοι…

Σήμερα οι περισσότεροι Συντονιστές εκπαίδευσης νιώθουν εγκαταλελειμμένοι και απομονωμένοι στις χώρες που υπηρετούν χωρίς να έχουν την απαιτούμενη στήριξη και βοήθεια από τις υπηρεσίες του Υπουργείου. Απαιτείται στελέχωση των γραφείων Συντονιστών από ειδικευμένο προσωπικό αλλά και συνεχείς επιμορφώσεις ώστε να δύνανται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις.

Είναι γεγονός ότι το επίπεδο της γλωσσικής καλλιέργειας των παιδιών μας κυμαίνεται από την εξαιρετικά χαμηλή κατοχή της ελληνικής γλώσσας μέχρι την κατοχή της σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό.

Οι εκπαιδευτικοί μας είναι υποχρεωμένοι να δουλεύουν σε τάξεις ανομοιογενείς, με μαθητές που, εκτός των γνωστικών διαφορών της ελληνικής γλώσσας, είναι διαφόρων ηλικιών, προέρχονται από διαφορετικά πολιτιστικά και πολιτισμικά επίπεδα αλλά και από διαφορετικά κοινωνικά και οικονομικά στρώματα.

Το πάντρεμα δύσκολο και η προσπάθεια των εκπαιδευτικών μεγάλη.

Χρειάζεται κατάθεση ψυχής και ευαισθησία, και δυστυχώς πολλοί εκπαιδευτικοί προερχόμενοι από το ελληνικό κατεστημένο χωρίς καμία προετοιμασία και ενημέρωση για τις νέες συνθήκες ζωής και εργασίας στις χώρες που αποσπώνται, αδυνατούν να κατανοήσουν το νέο ιδιόμορφο εργασιακό περιβάλλον και να λειτουργήσουν και αποδώσουν σ’αυτό.

Στην πολυγλωσσία της Ευρώπης,

  • η άγνοια της γλώσσας και όπως είπαμε, των συνθηκών ζωής της χώρας στην οποία αποσπώνται,

αλλά συγχρόνως και

  • η δυσκολία να διδάξουν την ελληνική σαν δεύτερη ή ξένη γλώσσα, ιδιαίτερα όταν απευθύνονται σε παιδιά που προέρχονται από μικτούς γάμους,
  • η απουσία Αναλυτικού Προγράμματος, Σχολικών εγχειριδίων, εποπτικών-τεχνικών μέσων και εκπαιδευτικών βοηθημάτων,
  • η ανυπαρξία συνεχούς εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, και
  • το φτωχό στις περισσότερες περιπτώσεις πολιτιστικό τους υπόβαθρο

επιδεινώνουν την κατάσταση και κάνουν τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα όπως:

  • η διαρκής φοίτηση των παιδιών
  • η πρόοδος
  • η συναισθηματική ικανοποίηση, και
  • η ανάπτυξη του γνωστικού επιπέδου

…να φαντάζουν μακρινό όνειρο…

Χρειάζεται:

  • Να αναθεωρήσουμε και να αναβαθμίσουμε τα κριτήρια επιλογής των εκπαιδευτικών και των Συντονιστών εκπαίδευσης,
  • Να γίνεται έγκαιρη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών τόσο στο διδακτικό υλικό όσο και στις ιδιαιτερότητες της εκπαίδευσης στο εξωτερικό,
  • Να αξιοποιήσουμε εκπαιδευτικούς από τους κόλπους των αποδήμων,
  • Να μεριμνήσουμε για την συνεχή επιμόρφωση τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των Συντονιστών Εκπαίδευσης,
  • Να υποχρεούνται οι εκπαιδευτικοί να μάθουν εντός των πρώτων δύο ετών την γλώσσα της χώρας απόσπασης και να υποχρεούνται να προσκομίζουν το ανάλογο πιστοποιητικό γλωσσομάθειας,
  • Να οργανώνονται ανά εξάμηνο συναντήσεις των Συντονιστών Εκπαίδευσης με την προϊσταμένη αρχή του Υπουργείου

ΜΟΡΦΕΣ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

I. ΤΜΗΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Τα Τμήματα Ελληνικής Γλώσσας (ΤΕΓ) αποτελούν την κύρια μορφή ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης συνήθως για τα παιδιά της δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών με προαιρετική φοίτηση.

Τα διδασκόμενα μαθήματα, προβλεπόμενα από την ελληνική νομοθεσία είναι Έλληνα, Ιστορία, Θρησκευτικά και Γεωγραφία.

Περιλαμβάνουν όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης όπως προσχολική, πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και απασχολούν τον κύριο όγκο των εκπαιδευτικών.

Τα ΤΕΓ χωρίζονται σε

  • Σχολεία Ελεύθερου χρόνουΣτεγάζονται σε αίθουσες σχολικών κτιρίων και κοινωνικοπολιτιστικών ιδρυμάτων των χωρών διαμονής ή σε αίθουσες των Ελληνικών Κοινοτήτων και της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας.

    Λειτουργούν ως μονοθέσια ή πολυθέσια κατά τον ελεύθερο χρόνο των μαθητών, συνήθως τα απογεύματα και μετά την φοίτηση τους στα ξένα σχολεία και το Σάββατο το πρωί.

  • ΕνταγμέναΣτα Σχολεία αυτά το μάθημα της ελληνικής γλώσσας εντάσσεται στο πρόγραμμα του σχολείου της χώρας. Απαραίτητη προϋπόθεση για την δημιουργία ενταγμένου τμήματος είναι η φοίτηση ικανοποιητικού αριθμού μαθητών ελληνικής καταγωγής στο ίδιο σχολείο. Η λειτουργία ποικίλλει κατά χώρα.

    Οι εκπαιδευτικοί είναι υπεύθυνοι να παραλαμβάνουν τα παιδιά από τους γονείς και να επιβλέπουν την αποχώρηση τους από το σχολείο μετά το πέρας των μαθημάτων.

    Τα ΤΕΓ λειτουργούν με βάση Κανονισμό Λειτουργίας που κοινοποιείται στην αρχή της κάθε σχολικής χρονιάς από τον υπεύθυνο εκπαιδευτικό του σχολείου σε γονείς και μαθητές.

    Η διδακτέα ύλη πρέπει να καθορίζεται από τους εκπαιδευτικούς και αντίγραφο να υποβάλλεται στα γραφεία του Συντονιστή Εκπαίδευσης. Στο τέλος κάθε τριμήνου πρέπει να ενημερώνονται οι γονείς για τη διδαχθείσα ύλη και να ελέγχεται με αξιολογικό τεστ η επίτευξη των μαθησιακών στόχων.

    Στην αρχή κάθε χρονιάς πρέπει καταρτίζεται με πρακτικό ετήσιος σχεδιασμός δραστηριοτήτων και εκπαιδευτικού έργου.

    Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να οργανώνουν συναντήσεις με τους γονείς και να τηρούνται υπηρεσιακά βιβλία (βιβλίο Μητρώου και Προόδου των μαθητών, υλικού σχολείου, οικονομικής διαχείρισης, ύλης μαθημάτων, παρουσιολόγιο κλπ.)

    Είπα πολλά «πρέπει» και αυτό γιατί, αν όλα αυτά γίνονται, τότε οι υπεύθυνοι θα έπρεπε να λογοδοτήσουν στο γιατί δεν έχουμε τα αποτελέσματα που θα έπρεπε να έχουμε…

    Στις περισσότερες χώρες δεν έχει γίνει σύνδεση των Τμημάτων Ελληνικής Γλώσσας με τα επίπεδα του Πιστοποιητικού Ελληνομάθειας και στα παιδιά, για το διάστημα της φοίτησης, τους απονέμεται μια απλή Βεβαίωση με την οποία δεν πιστοποιείται η γνώση της ελληνικής και δεν έχει καμία αναγνώριση.

II. ΑΜΙΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Στην Περιφέρεια λειτουργούν είτε πλήρη Αμιγή Ελληνικά σχολεία (Δημοτικό, Γυμνάσιο-Λύκειο) είτε μεμονωμένα Λύκεια.

Τα σχολεία αυτά λειτουργούν με ευθύνη, εποπτεία και οικονομική στήριξη του ελληνικού κράτους.

Τα σχολεία αυτά εξυπηρετούν κυρίως μετανάστες που σκοπεύουν να παλιννοστήσουν σύντομα στην Ελλάδα ή παιδιά που απορρίπτονται από εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας και αναγκάζονται για να τελειώσουν τις δευτεροβάθμιες σπουδές να καταφύγουν στα Αμιγή Σχολεία ή Ελληνικά Λύκεια.

Τα παιδιά αυτά έχουν ελλιπές γνωστικό υπόβαθρο και συναντούν ανυπέρβλητες δυσκολίες σε θέματα ελληνικής γλώσσας (νέας και αρχαίας) καθώς και της ορολογίας των θετικών επιστημών.

Όμως, αυτά είναι τα σχολεία που θέλουμε σήμερα για τα παιδιά μας?

Σήμερα για την ανοικοδόμηση και τον εκσυγχρονισμό της Ενωμένης Ευρώπης σημαντικό ρόλο θα κληθεί να παίξει η εκπαίδευση στις χώρες μέλη της Ένωσης.

Σήμερα στην Ευρώπη των Εθνών, στην Ευρώπη των Γλωσσών, που εξελίσσεται μπροστά μας, δημιουργείται η απαίτηση για ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής διάστασης στην εκπαίδευση.

Υπό της νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στην νέα Ευρωπαϊκή πραγματικότητα επιβάλλεται να αναθεωρήσουμε την μέχρι σήμερα εκπαιδευτική μας πολιτική θέτοντας νέους πολιτικούς εκπαιδευτικούς στόχους.

Ποιες είναι οι αλλαγές και ανακατατάξεις που ενδείκνυνται ώστε τα παιδιά μας να ανταποκριθούν κατά τον καλύτερο τρόπο στις απαιτήσεις των καιρών?

Η νέα μορφή εκπαίδευσης θα πρέπει να έχει δίγλωσσο διαπολιτισμικό χαρακτήρα και να στοχεύει στην δυναμική παρουσία και εξέλιξη των ελληνοπαίδων στον Ευρωπαϊκό χώρο, παρέχοντας τους τα αναγκαία εφόδια που θα τους επιτρέψουν να επιβιώσουν με επιτυχία στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον που δημιουργείται χωρίς να χάσουν την πολιτιστική και εθνική τους ταυτότητα.

Χρειάζεται:

  • Αναβάθμιση των Αμιγών Ελληνικών Σχολείων και των Λυκείων στην Περιφέρεια με την μετατροπή τους σε δίγλωσσα σχολεία. Εισαγωγή της διδασκαλίας της γλώσσας της χώρας υποδοχής 8-10 ώρες εβδομαδιαίως και επιπλέον εισαγωγή τρίτης γλώσσας. Εμπλουτισμός των του αναλυτικού προγράμματος ώστε τα παιδιά που αποφοιτούν να μην υπολείπονται από τους αποφοίτους σχολείων της ημεδαπής και του εξωτερικού.
  • Άμεση έναρξη των διαπραγματεύσεων και υπογραφής νέων διμερών συμφωνιών με σκοπό την αναγνώριση του Απολυτηρίου των Αμιγών Ελληνικών Σχολείων και ένταξη τους στον κατάλογο των ξένων σχολείων στις χώρες που λειτουργούν.
  • Προσαρμογή των προγραμμάτων σπουδών με τα αντίστοιχα στις χώρες υποδοχής.
  • Δίγλωσση διαπολιτισμική εκπαίδευση και υψηλό επίπεδο εκπαιδευτικών.
  • Σύγχρονες κτιριακές μονάδες με βιβλιοθήκες, εποπτικά μέσα και μέριμνα για την εισαγωγή και χρήση των νέων τεχνολογιών στα σχολεία μας.

III. ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Με την δημιουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στη δεκαετία του 50 έγινε αισθητή η ανάγκη για εκπαίδευση εκπαίδευση των παιδιών των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Οργάνων και με την κινητοποίηση των γονέων ιδρύθηκε το πρώτο Σχολείο στο Λουξεμβούργο.

Ωστόσο, από το 1953 μέχρι σήμερα η αύξηση του προσωπικού των οργάνων και οι διαδοχικές διευρύνσεις της Ένωσης οδήγησαν σε σημαντική επέκταση του συστήματος των ευρωπαϊκών σχολείων, με αποτέλεσμα, από τέσσερις γλώσσες αρχικά, σήμερα να έχουμε δεκαπέντε (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, ολλανδικά, ελληνικά, φινλανδικά, πορτογαλικά, δανέζικα, σουηδικά, ουγγρικά, πολωνικά, τσεχικά και λιθουανικά), ενώ ο αριθμός των γλωσσών αυξάνει συνεχώς.
Πρόκειται σήμερα για μια μεγάλη επιχείρηση. Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν πάνω από 19 200 μαθητές σε δεκατέσσερα ευρωπαϊκά σχολεία σε δέκα σημεία, στις πόλεις του Bergen, Βερολίνου, Βρυξελλών I, ΙΙ, ΙΙΙ, Culham, Καρλσρούης, Λουξεμβούργου, Mol, Μονάχου, Varese.

Ελληνικά τμήματα λειτουργούν στις Βρυξέλλες και Λουξεμβούργο με 750 περίπου παιδιά, στο Βερολίνο και στο Μόναχο.

Πρωταρχικός στόχος των ευρωπαϊκών σχολείων είναι να παρέχουν στους μαθητές εκπαίδευση υψηλής ποιότητας, από το νηπιαγωγείο μέχρι την εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο (νηπιαγωγείο, πενταετή κύκλο σπουδών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και επταετή κύκλο σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης).

Γίνεται προσπάθεια να διασφαλιστεί ότι αυτά τα σχολεία παρέχουν την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση, κατά τον καλύτερο τρόπο, αξιοποιώντας στο έπακρο τους πόρους και χρησιμοποιώντας το διδακτικό προσωπικό και το πρόγραμμα διδασκαλίας κατά τον καλύτερο τρόπο.

Τα προγράμματα σπουδών προβάλλουν ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή διάσταση, ενώ τόσο η εκπαίδευση όσο και η διδασκαλία διέπονται από το σεβασμό της συνείδησης και των πεποιθήσεων του ατόμου. Στην αγωγή των παιδιών δίδεται έμφαση στον συνδυασμό της εθνικής με την ευρωπαϊκή τους ταυτότητα.
Χρηματοδοτούνται κυρίως από δημόσιες πιστώσεις, διέπονται από μια διακυβερνητική συνθήκη, τη «Σύμβαση για το καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων». Η διδασκαλία γίνεται από εκπαιδευτικούς αποσπασμένους ή τοποθετημένους από τα κράτη μέλη. Η θητεία των αποσπασμένων εκπαιδευτικών όλων των γλωσσικών τμημάτων είναι 9ετής, ενώ για το ελληνικό τμήμα η θητεία των εκπαιδευτικών είναι 5ετής. Αυτό δημιουργεί προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του σχολείου μια που οι εκπαιδευτικοί μας λόγω του μειωμένου χρόνου απόσπασης δεν δύνανται να συμμετέχουν στα Συμβούλια καθορισμού της ύλης χωρίς να έχουν λόγο στην διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής του σχολείου, μας διαφοροποιεί από τις άλλες εθνικότητες και επιβαρύνει σοβαρά τον προϋπολογισμό τους.

Για να ευνοηθεί η ενότητα του σχολείου, η προσέγγιση και η αμοιβαία κατανόηση μεταξύ μαθητών που φοιτούν σε διαφορετικά γλωσσικά τμήματα, ορισμένα μαθήματα διδάσκονται από κοινού σε τάξεις του ίδιου επιπέδου στην δεύτερη ή τρίτη γλώσσα επιλογής. Καταβάλλεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να αποκτήσουν οι μαθητές άρτια γνώση των σύγχρονων γλωσσών.

Τα ενδεικτικά και πιστοποιητικά των σπουδών αυτών αναγνωρίζονται στο έδαφος των κρατών μελών, βάσει πίνακα ισοτιμιών.

Ο πλήρης κύκλος σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης πιστοποιείται από το ευρωπαϊκό απολυτήριο.

Τα σχολεία διοικούνται από κοινά όργανα όπως:

  • το ανώτατο συμβούλιο,
  • τον γενικό γραμματέα,
  • τα συμβούλια επιθεωρητών,
  • το όργανο εκδίκασης προσφυγών.

Το ανώτατο συμβούλιο απαρτίζεται από τον αντιπρόσωπο ή τους αντιπροσώπους των κρατών μελών, σε υπουργικό επίπεδο, ένα μέλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έναν αντιπρόσωπο που ορίζει η επιτροπή προσωπικού, και έναν αντιπρόσωπο των γονέων των μαθητών που ορίζουν οι σύλλογοι γονέων. Προκειμένου να διατηρούνται οι σχέσεις μεταξύ των γονέων των μαθητών το ανώτατο συμβούλιο αναγνωρίζει για κάθε σχολείο το σύλλογο που εκπροσωπεί τους γονείς των μαθητών του σχολείου.

Κάθε συμβαλλόμενο κράτος μέλος αντιπροσωπεύεται σε κάθε συμβούλιο επιθεωρητών από έναν επιθεωρητή, μετά από πρόταση του ενδιαφερόμενου μέρους.

Τα συμβούλια επιθεωρητών έχουν ως καθήκον να φροντίζουν για την ποιότητα της διδασκαλίας που παρέχεται στα σχολεία και, για το σκοπό αυτό, να φροντίζουν για την πραγματοποίηση των αναγκαίων επιθεωρήσεων στα σχολεία.

Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί αποσπασμένοι στα Ευρωπαϊκά Σχολεία είναι οι μόνοι Έλληνες εκπαιδευτικοί εντός και εκτός Ελλάδος σήμερα που αξιολογούνται.

Οι νέες προκλήσεις και απαιτήσεις – οι οποίες συνδέονται ως ένα βαθμό με την αύξηση του αριθμού των κρατών μελών και των επίσημων γλωσσών της Ένωσης – τις οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίσει το σύστημα των ευρωπαϊκών σχολείων, καθιστούν απαραίτητες ορισμένες βελτιώσεις. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, εφόσον υπάρξει η απαιτούμενη πολιτική βούληση, θα μπορέσουν να γίνουν κάποιες αλλαγές τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μεσοπρόθεσμα.

IV. ΤΜΗΜΑΤΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ

Η διδασκαλία της ελληνικής σε ενηλίκους γίνεται σε συνεργασία με τις Ελληνικές Κοινότητες που δραστηριοποιούνται σε όλη της επικράτεια της Περιφέρειας. Αυτές φροντίζουν για την εξασφάλιση των αιθουσών και τη γνωστοποίηση της διεξαγωγής των μαθημάτων.

Συνήθως πρόκειται για ενήλικες αλλοεθνείς ή ενήλικες ελληνικής καταγωγής δεύτερης ή τρίτης μεταναστευτικής γενιάς. Στην πρώτη κατηγορία η ελληνική γλώσσα διδάσκεται σαν ξένη γλώσσα ενώ στην δεύτερη κατηγορία σαν δεύτερη γλώσσα.

Η λόγοι εκμάθησης της ελληνικής από τις ομάδες αυτές συνδέεται από μια σειρά ενδιαφερόντων που ποικίλλει. Για καλύτερη επίτευξη των στόχων γίνεται χρήση κατάλληλου διδακτικού υλικού που οι εκπαιδευτικοί προμηθεύονται από την Ελλάδα.

Για την διδασκαλία διατίθενται από το Γραφείο των Συντονιστών Εκπαίδευσης Έλληνες εκπαιδευτικοί οι οποίοι με τον τρόπο αυτό συμπληρώνουν το διδακτικό τους ωράριο.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αύξηση στον αριθμό των ενηλίκων που ενδιαφέρονται για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας ενώ σε διάφορες περιοχές παρατηρείται το φαινόμενο να επιστρέφουν στα θρανία μαζί με τα παιδιά τους τα παιδιά της δεύτερης γενιάς! Τα παιδιά που πιστεύαμε ότι χάσαμε.

Και εδώ, χρειάζεται κάποτε η Ελληνική Πολιτεία να πει ένα μεγάλο μπράβο και ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους αυτούς τους ανθρώπους των Ελληνικών Κοινοτήτων που αγόγγυστα σε βάρος της προσωπικής τους ζωής, των οικογενειών τους και του ελεύθερου χρόνου τους προσφέρουν τις υπηρεσίες τους κρατώντας ζωντανές τις Κοινότητες μας και συμβάλλουν στην δημιουργία στρατιών Φιλελλήνων.

ΠΩΣ ΠΡΟΧΩΡΑΜΕ ΣΑΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ

Στην πρώτη μας συνεδρίαση τον Μάιο του 2007 αποφασίσαμε την δημιουργία και λειτουργία Επιτροπής Ελληνόφωνης Παιδείας και Ελληνομάθειας.

Στις 1-2/12/2007 πραγματοποιήσαμε με μεγάλη επιτυχία κοινή συνεδρίαση με τους Προέδρους των Ομοσπονδιών στην Ευρώπη και τους Συντονιστές Εκπαίδευσης. Σκοπός της συνάντησης αυτής ήταν η ενημέρωση μας για τα προβλήματα και τις τάσεις στην Περιφέρεια αλλά και η ανάπτυξη συνεργασιών των φορέων του ελληνισμού με τους εκπροσώπους του ΥΠΕΠΘ στις χώρες μας.

Με πρόταση των Συντονιστών Εκπαίδευσης αποφασίσαμε να θεσμοθετηθούν αυτές οι συναντήσεις και να πραγματοποιούνται δύο φορές τον χρόνο.
Αυτό θα επιβεβαιώσει τον θεσμικό ρόλο του ΣΑΕ Ευρώπης και θα τον καταστήσει πυλώνα και αφετηρία εισηγήσεων και προτάσεων προς την Ελληνική Πολιτεία, εκπληρώνοντας έτσι την επιταγή του νέου Νόμου που διέπει την λειτουργία του.

Συνεχίζουμε με το Πανευρωπαϊκό Συνέδριο για την Ελληνόφωνη Παιδεία που έχει προγραμματιστεί για την άνοιξη του 2008.

Επιθυμία μας για πρώτη φορά να οργανώσουμε ένα Συνέδριο χωρισμένο σε θεματικές ενότητες που θα αγγίξουν όλα τα κομμάτια της ελληνόφωνης εκπαίδευσης, και που θα μας επιτρέψει εκτός του να καταγράψουμε προβλήματα, σκέψεις και προβληματισμούς, να εξαχθούν συμπεράσματα και να κατατεθούν ιδέες και προτάσεις που θα μας βοηθήσουν, με συναίσθηση ευθύνης, να προχωρήσουμε ένα βήμα μπροστά, προς το μέλλον, προς μια καλύτερη και αποτελεσματικότερη εκπαίδευση για τα παιδιά μας.

Στο δρόμο προς το Πανευρωπαϊκό Συνέδριο αποφασίσαμε από κοινού με τις Ομοσπονδίες να διοργανωθούν προ-Συνέδρια στις χώρες της Περιφέρειας, τα οποία θα έχουν την ίδια οργανωτική δομή με το Συνέδριο και από τα οποία θα προέλθουν οι εισηγητές του Συνεδρίου ανά θεματική ενότητα και χώρα.

Ξεκινάμε όλοι μαζί,
θέτοντας ξεκάθαρους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους
με ένα δυναμισμό και μια δυναμική, που, είμαστε σίγουροι, ότι θα οδηγήσει την ελληνόφωνη παιδεία σε καλύτερες μέρες…

Τελειώνοντας,

Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από μια πρόσφατη ομιλία του Πρωθυπουργού για τα θέματα της Παιδείας. Η αλήθεια είναι ότι αφορούσε την Παιδεία στην Ελλάδα αλλά όταν το διάβασα, είδα ότι με μερικές μικρές τροποποιήσεις περιγράφει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ΠΩΣ εμείς στο ΣΑΕ της Περιφέρειας Ευρώπης σκοπεύουμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα της ελληνόφωνης Παιδείας στην Περιφέρεια μας…

Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ελληνόφωνη Εκπαίδευση στην Ευρώπης αντιμετωπίζει προβλήματα, χρόνια προβλήματα. Προχωρούμε με πλήρη συναίσθηση ευθύνης.

Με στόχο ν’ αλλάξουμε τα πράγματα που καθηλώνουν την εκπαίδευση σε περασμένες εποχές.

Να αλλάξουμε τα πράγματα που αδικούν τις νέες και τους νέους μας. Και σ’ αυτό θέλουμε τη γόνιμη, τη δημιουργική συμμετοχή όλων. Θέλουμε να μετέχουν όλoι. Ολόκληρη η Εκπαιδευτική Κοινότητα. Οι δάσκαλοι, οι καθηγητές οι γονείς, οι μαθητές, οι φορείς του Ελληνισμού. Να μετέχουν με προτάσεις, με ιδέες, με σκέψεις για το αύριο.

Αυτός είναι ο δρόμος για το καλύτερο: Η συμμετοχή, ο διάλογος, η σύνθεση. Αυτός είναι ο τρόπος για τη μετάβαση σε κοινούς στόχους.

Οι λύσεις δεν βρίσκονται στην αδράνεια. Δεν βρίσκονται στη συντήρηση. Δεν βρίσκονται στο συμβιβασμό με κατεστημένες νοοτροπίες. Οι λύσεις βρίσκονται στις αλλαγές. Βρίσκονται στις μεταρρυθμίσει.

 

Πηγή:http://www.sae-europe.eu/2008-02-15-13-42-00/66-2008-03-12-12-58-03