Η Μικρή Λιακάδα

Χριστουγεννιάτικα Παραμύθια

Το κρύο τύλιξε ένα κασκόλ γύρω από το λαιμό του, φόρεσε ένα σκούφο και βγήκε έξω τα χαράματα των Χριστουγέννων. Κανείς δεν του έδινε σημασία. Ήταν πολύ δυσαρεστημένο γι’ αυτό ήταν κακομούτσουνο.

Όλη μέρα το Κρύο γυρόφερνε ανυπόμονο ανάμεσα στα σοκάκια της πόλης παρέα με τον τρελλάνεμο. Παραμόνευε στις γωνιές περιμένοντας τις ώρες για να συναντήσει τα μεγαλύτερα αδέρφια του. Την Παγωνιά, την Καταιγίδα και τον Τυφώνα. Το ραντεβού ήταν σε λίγες ώρες στο σπίτι της Νεροποντής. Εκεί, η συμμορία των 5 θα κατέστρωνε το σχέδιο εξόντωσης της μικρής λιακάδας που τελευταία είχε ξελογιάσει τον πατέρα τους τον χειμώνα. Τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά.

Ο χειμώνας είχε συμπαθήσει τη λιακάδα κι ήταν συνέχεια μαζί. Πού ξανακούστηκε ο χειμώνας με τη λιακάδα αχώριστοι; Όλα άρχισαν όταν το μεσημεράκι περνώντας από την πλατεία με το ποδήλατό του είδε τον χειμώνα και την μικρή λιακάδα να κάθονται και να πίνουν εσπρέσσο. Μαζί τους κάθονταν και τρεις ηλιαχτίδες. Τότε το μεσημεράκι το είπε στο δρόμο. O δρόμος το είπε στο πεζοδρόμιο. Το πεζοδρόμιο το είπε στα σκαλιά. Τα σκαλιά ανεβοκατέβαζαν το νέο ώσπου το άκουσε το τηλέφωνο και το μαρτύρησε στο Κρύο. Το Κρύο το έκανε γνωστό στα μεγαλύτερα αδέρφια του κι έτσι έγιναν τα πράγματα. Όμως το χειμώνα δεν τον ένοιαζε τίποτα. Ήταν ενθουσιασμένος με τη μικρή λιακάδα που ήταν πάντα χαρούμενη, ζωηρή κι έξυπνη. Τον διασκέδαζε και τον έκανε να νοιώθει πιο ανάλαφρος. Έτσι, ξεχνούσε να βρέξει, να χιονίσει και να μπουμπουνίσει.

Η μικρή λιακάδα βαριόταν τις δουλειές κι όλο ήθελε να κάθεται στις πλατείες, στις εξοχές, στα μπαλκόνια, στις ταράτσες και στα τραπεζάκια έξω. Ήταν μια μεγάλη τεμπέλα. Αυτό δεν τον πείραζε καθόλου τον χειμώνα. Την άφηνε μάλιστα να μπαινοβγαίνει ελεύθερα μέσα στο σπίτι του και να κάνει ότι θέλει. Συνήθως η μικρή λιακάδα έψαχνε την βιβλιοθήκη του χειμώνα κι όταν εύρισκε κάποιο βιβλίο το έπαιρνε και καθόταν στο μπαλκόνι του να το διαβάσει παρέα με τις τρεις ηλιαχτίδες φίλες της.

Συχνά, η μικρή λιακάδα άνοιγε το ψυγείο του χειμώνα κι έτρωγε τις σοκολάτες του. Ούτε αυτό τον πείραζε τον χειμώνα. Όμως τα πέντε παιδιά του δεν μπορούσαν να ανεχτούν άλλο αυτή την κατάσταση. Από την άλλη, ζήλευαν τη μικρή λιακάδα γιατί όλη μέρα τριγύριζε με ένα φανελάκι κι όπου κι αν πήγαινε ήταν ευπρόσδεκτη και αγαπητή. Ενώ κανείς δεν ήθελε το Κρύο και την Παγωνιά.

Όλοι απέφευγαν τη Νεροποντή και μισούσαν την Καταιγίδα και τον Τυφώνα. Έτσι λοιπόν τα παιδιά του χειμώνα συσκέφθηκαν μυστικά και συνωμοτικά στο σπίτι της Νεροποντής και αποφάσισαν να περικυκλώσουν τη λιακάδα και να της ρίξουν θυμωμένα αστροπελέκια για να την τρομάξουν και να φύγει. Έτσι κι έκαναν κι ας μην είχαν πάρει την άδεια από τον πατέρα τους το χειμώνα.

Στις 3 παρά 20 η συμμορία των 5, ξεκίνησε. Το Κρύο, η Παγωνιά, η Καταιγίδα, ο Τυφώνας και η Νεροποντή συννέφιασαν απειλητικά επάνω από τη μικρή λιακάδα που εκείνη τη στιγμή καθόταν αμέριμνη με τις τρεις ηλιαχτίδες φίλες της στην ταράτσα του χειμώνα. “Να αφήσεις ήσυχο τον πατέρα μας”, είπε το Κρύο και η λιακάδα φτερνίστηκε. “Φύγε”, είπε ψυχρά η Παγωνιά και η λιακάδα πούντιασε με το φανελάκι που φορούσε και χώθηκε στο παλτό του χειμώνα. Αυτό έκανε την καταιγίδα να θυμώσει, να αστράψει και να μπουμπουνίσει. Οι τρεις ηλιαχτίδες τρόμαξαν κι έτρεξαν να σωθούν.

Η Νεροποντή έριξε την λιακάδα σ΄ ένα ποτάμι. Το ποτάμι την παρέσυρε μίλια μακριά και την έβγαλε σε μια μεγάλη θάλασσα. Ένα πειρατικό πλοίο που περνούσε, τη μάζεψε και την έκανε δική του. Ταξίδεψαν μαζί ως τα πέρατα του κόσμου.

Δημήτρης Κάσσαρης