Οι Δίδυμοι Θεοί

Noch ein griechisches Weihnachtsmärchen in griechischer Sprache: Die Götter-Zwillinge

Μήνες περιπλανιότανε η Θεά Λητώ με την κοιλιά φουσκωμένη ψάχνοντας να βρει τόπο να γεννήσει. Μα η γη δεν τη δεχότανε, σα να την κλωτσούσε το έδαφος, όπως και τα δυο μωρά στην κοιλιά της. Το κατάλαβε από νωρίς πως ήταν δίδυμα. Χαϊδεύοντας το αλλαγμένο σώμα της κάποια στιγμή ένιωσε δυο κεφάλια. Στην αρχή τρόμαξε.

Τα δίδυμα, έλεγε η παράδοση, δεν έφερναν καλή τύχη. Μα η Λητώ ήταν σίγουρη ότι από τα σπλάχνα της θα έβγαινε μόνο ευτυχία και καλό για τον κόσμο. Ανυπομονούσε να τα δει να γεννιούνται, να δει αν ήταν αγοράκια ή κοριτσάκια και σε ποιον γονιό τους θα μοιάζανε. Μήνες πριν την επισκέφτηκε ο Δίας, ο άρχοντας των Θεών, κι’ ενώθηκαν. Εκείνη, από τις παλιές θεότητες της γης και κόρη δυο Τιτάνων, αγαπούσε τη νύχτα, το σκοτάδι, το φεγγάρι και το ήσυχο το νερό. Αυτός ήταν ο Θεός της δύναμης και της ενέργειας, της φωτιάς και του φωτός, της ορμής των κεραυνών. Ήταν μια περίεργη στιγμή όταν συναντήθηκαν, ούτε μέρα ούτε νύχτα, ήλιος και φεγγάρι έλαμπαν στον ουρανό που είχε τα χρώματα της μέρας και μαζί της νύχτας. Το ένιωσε εκείνη τη στιγμή πως κάτι ξεχωριστό θα προέκυπτε από την ένωση της με το μεγάλο Θεό και αυτό της έδινε τη δύναμη να αντέξει τα βάσανα που ακολούθησαν.

Ευθύς αμέσως ο Θεός εξαφανίστηκε κι’ εκείνη έμεινε μόνη, κατατρεγμένη από την οργή της γυναίκας του, της μεγάλης Θεάς Ήρας. Η γη δεν την κρατούσε, οι άνθρωποι την έδιωχναν κι’ οι πόνοι στα σωθικά της γινόταν ολοένα και πιο αφόρητοι.

Μια νύχτα, κλαίγοντας σε μια ακρογιαλιά, άρχισε να περπατάει μέσα στο νερό, παρακαλώντας τον Ποσειδώνα, το Θεό της θάλασσας να τη δεχτεί να γεννήσει μέσα στο νερό.

Καταλάβαινε πως έφτανε η ώρα να γεννήσει και δεν υπήρχε μια λωρίδα γης να τη δεχτεί για να ξαποστάσει. Κι’ ο Ποσειδώνας την λυπήθηκε και άκουσε τα παρακάλια της. Μπροστά της ξεπρόβαλε ξαφνικά μια λωρίδα γης, ένα νησί όπου η γη άνοιξε την αγκαλιά της να δεχτεί την ετοιμόγεννη γυναίκα. “Αστερία”, προσφώνησε η Λητώ το νέο αυτό νησί. Αστερία, γιατί είχε το σχήμα του αστεριού. Αστερία, γιατί τις θύμιζε τις ακτίνες του φωτός που είδε τη στιγμή που συνέλαβε τα παιδιά που θα γεννούσε. Τα βάσανά της όμως δεν τελείωσαν εκεί.

Μόλις πάτησε το πόδι της στο νησί, οι πόνοι της γέννας έγιναν αφόρητοι και οι φωνές της αντηχούσαν σπαρακτικά σε όλο το Αιγαίο. Οι άλλες Θεές τη λυπήθηκαν και μαζεύτηκαν γύρω της να τη βοηθήσουν. Όλες εκτός από την Ήρα, που ζηλότυπα κρατούσε κοντά της τη Θεά της Γέννας. Επί εννιά μέρες και εννιά νύχτες κρατούσαν οι πόνοι της γέννας. Η θεά Δήμητρα με τα απαλά χέρια της προσπάθησε να βοηθήσει τη δύστυχη Λητώ, μα το μόνο που κατάφερε ήταν να μαλακώσει για λίγα λεπτά τους πόνους. Έπειτα από λίγο η Λητώ έβγαλε μια δυνατή κραυγή και ιδρώτας ανακατεμένος με δάκρια έτρεξε στο πρόσωπό της.

Τη λύση βρήκε η σοφή Αθηνά. Έστειλε την Ίριδα, την αγγελιοφόρο των Θεών, να ξεγελάσει μ’ ένα ψεύτικο μήνυμα την Ήρα. Μόλις η αρχόντισσα των Θεών απομακρύνθηκε, η Ίριδα άρπαξε από το χέρι τη Θεά της Γέννας και την ανέβασε στα χρωματιστά της φτερά. Πέταξε με ορμή και γρήγορα βρέθηκαν στο πλευρό της Λητούς που σπάραζε από τους πόνους. “Θα προτιμούσα να είμαι στην πρώτη γραμμή της μάχης, να πολεμάω μανιασμένους βαρβάρους, παρά να γεννάω”, φώναξε στην απελπισία της. Ο ήλιος έδυσε και το μαύρο σκοτάδι έπεσε στο νησί.

Στον ουρανό έλαμπε η Σελήνη, ολόκληρη εκείνο το βράδυ σε όλο το μέγεθος και την λαμπρότητά της. Αργά το βράδυ, η Θεά της Γέννας βοήθησε τη Λητώ να ελευθερωθεί από το πρώτο της παιδί και να γεννήσει μια πανέμορφη κόρη, την Άρτεμη.

Οι ακτίνες του φεγγαριού τύλιξαν μητέρα και μωρό κάνοντας το κορμάκι του να φαίνεται ασημένιο. Η Άρτεμις είχε τα σκούρα μάτια της νύχτας και λίγα μαύρα μαλλάκια. Οι Θεές την κοίταξαν με θαυμασμό. Σίγουρα ήταν ένα ξεχωριστό παιδί, φωτισμένο με Θεία δώρα. Κουλουριάστηκε γύρω από την κοιλιά της μητέρας του, που ακόμα υπέφερε γιατί είχε μέσα της ένα ακόμα παιδί, και με τα χεράκια του την πίεζε μαλακά προσπαθώντας να τη διευκολύνει να γεννήσει και το άλλο της μωρό.

Η Θεά Ειλείθυια έμεινε έκπληκτη. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της νεογέννητο, θνητό κι’ αθάνατο, να κάνει τέτοιες κινήσεις με πρόθεση να βοηθήσει τη μητέρα του, σα να ξέρει πολύ καλά το σώμα της γυναίκας. Όλη τη νύχτα κράτησε το μαρτύριο της ταλαίπωρης γυναίκας. Μόλις άρχισε να ξημερώνει, οι Θεές αποφάσισαν να σύρουν με μεγάλη προσοχή τη λιπόθυμη Λητώ κάτω από ένα μεγάλο φοίνικα για να είναι πιο αναπαυτικά. Εκεί γεννήθηκε το δεύτερο παιδί, ένα αγόρι. Την ώρα της γέννας, ο ήλιος ξεπρόβαλε λαμπρά στο ουράνιο στερέωμα και οι χρυσές του ακτίνες φώτισαν το δέντρο. Ο φοίνικας είναι από τότε δέντρο ιερό που συμβολίζει το φως αλλά και την πορφύρα, το χρώμα των βασιλέων, το χρώμα της ανατολής.

Το μωρό ήταν γερό και ροδαλό. Τα μάτια του άστραφταν από εξυπνάδα, σα δυο χρυσά νομίσματα. Το κλάμα του ήταν μελωδικό σαν ένα χαρούμενο τραγούδι. Κι’ οι χρυσές ακτίνες του ήλιου μαζεύτηκαν γύρω από το κεφάλι του σαν φωτοστέφανο.

Η Λητώ έμεινε στο νησί μερικά χρόνια, προστατευμένη από την οργή της Ήρας, μέχρι να μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά της. Όπου πατούσε ο μικρός Απόλλωνας, φύτρωναν χρυσά λουλούδια. Η Άρτεμις προτιμούσε να κινείται τη νύχτα, και κοντά της μαζεύονταν τα λίγα σκυλιά που ήταν τριγύρω. Το νησί αυτό ονομάστηκε αργότερα από τους κατοίκους “Δήλος”, που σημαίνει φανερωμένο, και το τιμούσαν σαν τον ιερό χώρο που γεννήθηκαν οι μεγάλοι Θεοί του Ολύμπου, ο Απόλλων και η Άρτεμις. Όλα τ’ άλλα νησιά του Αιγαίου που ήταν κοντά, μαζεύτηκαν γύρω στον ιερό αυτό τόπο κυκλικά, και γι’ αυτό πήραν την ονομασία Κυκλάδες. Και η πρωτεύουσα του κάθε νησιού των Κυκλάδων είχε το όνομα ενός από τους δύο: Απολλωνία ή Αρτεμώνας.

Βίβιαν Τσαμαδού