Ellasnetblogs

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ!

Από την Ελιάνα Γιαννακάκη
Αυτή την εβδομάδα τα dead­lines έτρεχαν σαν λυσσασμένος χείμαρρος, ο ιός που κατάλυσε στο κορμί και στο μυαλό μου δεν άφηνε περιθώρια ψυχραιμίας, τα τηλεφωνήματα στα οποία άκουγα για το μακρύ και το κοντό του καθενός έρχονταν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο. Δεν άντεχα άλλο η γυναίκα. Ήθελα να βιώσω την εμπειρία του Casper. Ξέρετε εκείνο το τρισχαριτωμένο φαντασματάκι που κυκλοφορούσε ανέμελο και κυρίως διάφανο. Κανείς δεν ήξερε που ήταν.
Και για να γλυτώσω τα τρία εγκεφαλικά και το καρδιακό επεισόδιο, κλείνω τηλέφωνο, παίρνω lap­top και ίωση, ανεβαίνω τρένο, και προσγειώνομαι στην άνετη πολυθρόνα ενός café αγκαλιά μ’ έναν μεθυστικού αρώματος καφέ. Δεν ήξερα κανένα και δεν με ήξερε κανείς. Γι’ αυτό και πήρα την πρωτοβουλία να παρατηρήσω τους γύρω μου. Αν δεν το έχετε δοκιμάσει, σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Είναι μεγάλη εμπειρία. Καταλαβαίνεις ξαφνικά ότι γύρω σου υπάρχουν πιο θλιμμένα πρόσωπα απ’ το δικό σου. Ή πιο χαρούμενα. Βλέπεις μανάδες ν’ αγαπούν τα παιδιά τους. Βλέπεις και κάποιες που τα μισούν. Βλέπεις Έλληνες…Έλληνες… Καρφώθηκα στα πρόσωπά τους, τις κινήσεις τους, τον δυνατό τόνο της φωνής τους και καταράστηκα την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκαν στην ιδιωτική μου στιγμή, τώρα που θέλω να μείνω μόνη μου. Εγώ και ο πόνος μου. Συνέχισα το κάρφωμα στο τραπέζι τους. Διακριτικά πάντα μη με καταλάβουν κιόλας. Σε δέκα λεπτά είχαν φύγει. Κατεβάζω μια γουλιά αρωματικού καφέ και ανοίγω το lap­top έτοιμη να καταγράψω γιατί με το που έφυγε αυτή η παρέα Ελλήνων άφησαν πίσω τους εμένα να χαμογελώ σαν χαζή και να νιώθω ήδη καλύτερα.
Υπάρχουν τόσα πολλά θέματα για τα οποία μπορώ να δηλώσω περήφανη Ελληνίδα. Μεγάλωσα με αρχές σ’ ένα μικροαστό περήφανο σπίτι. Ήταν ακόμα οι εποχές που οι άνθρωποι είχαν μπέσα, ανθρωπιά, καρδιά. Μετά λύπης μου, κάθε φορά που επιστρέφω στην πατρίδα, ανακαλύπτω ότι σιγά σιγά αυτές οι αρχές τείνουν να εξαφανιστούν. Χαίρομαι ωστόσο που είμαι από τους λίγους που μπορούν ακόμα να διασταυρώνονται μ’ αυτές τις αρχές, έστω στο εξωτερικό. Εδώ στη Γερμανία δηλαδή.
Παρόλα τα στραβά κι ανάποδά μας, είμαι σε θέση να βλέπω και να συγκρίνω τις αρχές των Ελλήνων εδώ μ’ αυτές των Γερμανών. Από τα πιο μικρά, ασήμαντα πράγματα μέχρι και τα πιο μεγάλα, όχι σε μέγεθος αλλά σίγουρα σε σημασία.
Καλή ώρα τώρα τον χειμώνα με το ψοφόκρυο που αναγκαζόμαστε να ζούμε εδώ πάνω. Πρώτο σημάδι ίωσης, η μύτη. Ο Γερμαναράς, βγάζει από τη τσέπη τη μαντηλάρα του κι αρχίζει τη τρομπέτα σαν εγερτήριο των 6 σε στρατόπεδο χωρίς να λαμβάνει υπόψη ούτε που βρίσκεται ούτε με ποιους είναι ή ποιοι τον ακούν. Η τρομπέτα τρομπέτα. Το αποκορύφωμα δε είναι ότι μετά το ρεσιτάλ, η λερωμένη μαντηλάρα προσγειώνεται και πάλι στην τσέπη έτοιμη για την επόμενη χρήση της. Σ’ αντίστοιχη περίπτωση, ο Έλληνας, αθόρυβα και διακριτικά θα αποσυρθεί κάπου απομονωμένα, θα χρησιμοποιήσει για λόγους υγιεινής μιας χρήσης χαρτί, το οποίο θα πετάξει αμέσως μετά στον σκουπιδοτενεκέ.
Αμ το άλλο; Βλέπεις τις γκόμενες με κάτι δίμετρους βρωμιάρηδες Γερμανομαντραχαλάδες, να γυρίζουν στην πόλη μ’ ένα μπουκάλι μπύρα στο χέρι και να προσγειώνουν τον κρυόκολο κώλο τους στα μπαράκια έτοιμοι για ρεσιτάλ ρεψίματος. Ενώ οι Έλληνες, δεν πρόκειται ποτέ να πέσουν σε μια τέτοια κατάσταση. Το βρίσκουν αηδιαστικό και εξευτελιστικό. Ευτυχώς, είμαστε άλλη φάρα. Προτιμούμε ν’ απολαμβάνουμε το ποτό μας με φίλους και κουβέντα σε μπαράκια. Κι αν χάσουμε τη μπάλα; Ε σίγουρα δεν ξερνούμε στους δρόμους, ούτε ρευόμαστε, ούτε τίποτα τέτοιο.
Σε fast food που δουλεύουν Έλληνες, αν ο λογαριασμός πάει €18.10 θα σου ζητήσουν €18. Θα σου κεράσουν κι ένα παξιμαδάκι να δοκιμάσεις χωρίς να έχει σημασία αν είσαι Έλληνας ή Γερμανός. Ενώ οι Γερμανοί; Δε πα’ να είναι €18.11; Θα στα ζητήσουν χωρίς καμία συζήτηση. Κι αν του πεις «πάρε €00.20 τι να τα κάνω;» ο παλιοΓερμαναράς θα κατεβάσει μούρη και θα θυμώσει.
Ο Έλληνας, έχει μια δικιά του ματιά που βλέπει τα πράγματα. Αν κτυπήσει ο δίπλα του θα τον τρέξει αμέσως στο νοσοκομείο. Ο Γερμανός, αν δεν σε ξέρει και δεν τον αφοράς, χέστηκε. Δε πα’ να πεθαίνεις;
Ο Έλληνας θα πάρει τηλέφωνο ένα φιλαράκι που έχει καιρό να δει, θα ενδιαφερθεί. Ενώ ο Γερμανός, πολύ απλά θα ξεγράψει τον όποιο φίλο κι ας είχαν βιώματα από παλιά.
Ο Έλληνας θα κεράσει καφέ. Ο Γερμανός θα το βάλει όρο ότι ο λογαριασμός είναι διά δύο.
Ο Έλληνας γείτονας θα σε βάλει στο σπίτι του. Θα σου δανείσει και ζάχαρη αν χρειάζεσαι. Ο Γερμανός αν τολμήσεις να του ζητήσεις κάτι, μπορεί και να στο αρνηθεί.
Κοιτάζω το ρολόι. Έχει περάσει η ώρα και πρέπει να επιστρέψω στο σπίτι. Έχω υποχρεώσεις που με καλούν. Συνειδητοποιώ ότι το χαμόγελο το έχω ακόμα στα χείλη. Είμαστε περίεργοι ράτσα οι Έλληνες. Κι εμείς εδώ στο εξωτερικό έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας. Γι’ ακόμα μια φορά όμως χαίρομαι που είμαι μέρος αυτής της ράτσας.
Η παρέα που έγινε αφορμή να γράψω την ιστορία μου σήμερα, τσακώνονταν για το ποιος θα κερνούσε. Γιατί έτσι είμαστε οι Έλληνες. Χειμαρρώδης με μεγάλη καρδιά. Κι όποιος το αμφισβητήσει… έχει και ξύδι!
Φιλιά πολλά